Παχυσαρκια

Η παχυσαρκία χαρακτηρίζεται από υπερβολική εναπόθεση λίπους στις λιπαποθήκες του σώματος. Φυσιολογικά το λίπος, στο σύνολό του, αποτελεί το 15-20% του σωματικού βάρους για τον άνδρα και το 20-25% για τη γυναίκα. Στην παχυσαρκία το ποσοστά αυτό μπορεί να φτάσει το 40%, ενώ σε σπάνιες περιπτώσεις και το 70% (κακοήθης παχυσαρκία). Η κατανομή αυτού του λίπους είναι γενετικά καθορισμένη (δομικό λίπος) και διαφέρει ανάλογα με το φύλο. Διαφοροποιείται κατά τη διάρκεια της ήβης, κατά την εποχή δηλαδή που αναπτύσσονται τα δευτερεύοντα χαρακτηριστικά του φύλου.

Που οφείλεται η παχυσαρκία;

Σε διάφορoυς παράγοντες όπως:

Γενετικοί παράγοντες
Οικογενής παχυσαρκία
Λίγα και μεγάλα γεύματα
Μειωμένη φυσική δραστηριότητα
Λήψη φαρμάκων
Ψυχολογικοί παράγοντες
Έχει αποδειχθεί ότι η παχυσαρκία, αυξάνει τον κίνδυνο καρδιακών νοσημάτων, εγκεφαλικών επεισοδίων και σακχαρώδους διαβήτη, ενώ η απώλεια σωματικού βάρους έστω και 5-10% μπορεί να μειώσει τους παράγοντες κινδύνου και την αρτηριακή πίεση. Με δύο λόγια η παχυσαρκία είναι σοβαρή απειλή για την υγεία και ύπουλος εχθρός για την αισθητική του σώματος.

Γνωστική-συμπεριφορική θεραπεία και παχυσαρκία
Υπάρχει ένας σημαντικός όγκος στοιχείων που υποστηρίζουν τη χρήση συμπεριφορικής θεραπείας στην αντιμετώπιση της παχυσαρκίας (Wilson & Brownell, 2002, Wing, 1998, 2002). Η συμπεριφορική θεραπεία προσφέρει μια σταθερή μέση απώλεια βάρους 10% σε σχέση με το αρχικό βάρος (μεταξύ των ατόμων που ολοκληρώνουν τη θεραπεία), απώλεια βάρους που θεωρείται ότι έχει ως αποτέλεσμα κλινικά σημαντική ωφέλεια για την υγεία (Blackburn, 2002, Goldstein, 1992, Kanders & Blackburn 1992, Tremblay et al., 1999, Wing & Jeffrey, 1995), καθώς και ψυχολογικά οφέλη (Foster & Wadden, 2002, Seidell & Tijhuis, 2002). Εξίσου σταθερά όμως το χαμένο βάρος επανακτάται στα επόμενα 3 έτη (Jeffrey et al., 2000, Perri, 1998, 2002, Wilson & Brownell, 2002).
Οι συμπεριφορικές θεραπείες έχουν αναπτυχθεί από τη δεκαετία του 1960 που πρωτοεμφανίστηκαν. Μεταξύ των εξελίξεων ήταν και η προσθήκη των γνωστικών διαδικασιών και, μερικές φορές, αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη μετονομασία της θεραπείας σε «γνωστική-συμπεριφορική θεραπεία» (π.χ. DeLucia & Kalodner, 1990, Foreyt & Poston, 1998, Kalodner & DeLucia, 1991, Kirsch, Montgomery & Sapirstein, 1995). Σήμερα πολλές συμπεριφορικές θεραπείες περιλαμβάνουν θεραπευτικές συνεδρίες πάνω σε θέματα όπως οι αρνητικές σκέψεις και η πρόληψη υποτροπής (π.χ. Wardle & Rapoport, 1998), αλλά αυτό συμβαίνει στο πλαίσιο των γενικών χαρακτηριστικών της θεραπείας της παχυσαρκίας. Όπως περιγράφτηκε από τη Wing (1998, σελ. 860-862), τα χαρακτηριστικά αυτά είναι:
• Χορηγείται σε ομάδες 10-20 ασθενών.
• Η θεραπεία παρουσιάζεται σε μια σειρά προσχεδιασμένων «μαθημάτων». Ολόκληρη η ομάδα κάνει το μάθημα 1 την εβδομάδα 1, το μάθημα 2 την εβδομάδα 2 και ούτω καθεξής.
• Δεν υπάρχει αξιολόγηση για το κατά πόσο τα μαθήματα σχετίζονται με συγκεκριμένα προβλήματα των μεμονωμένων συμμετεχόντων ή κατά πόσον οι συμμετέχοντες έχουν αφομοιώσει και πετύχει τα περιεχόμενα κάθε δεδομένου μαθήματος πριν προχωρήσουν στο επόμενο. Από την άλλη πλευρά, πολλές από τις θεραπείες αυτές περιλαμβάνουν εκπαίδευση στην επίλυση προβλημάτων, η οποία προσφέρει στους συμμετέχοντες μια γενική στρατηγική για την αντιμετώπιση των ιδιαίτερων δυσκολιών τους.
•  Πολλά προγράμματα χρησιμοποιούν μια ομάδα θεραπευτών (π.χ. ένα συμπεριφορικό θεραπευτή, ένα γυμναστή και έναν ειδικό σε θέματα διατροφής) και εναλλάσσουν τους θεραπευτές ανά θέμα.
• Η θεραπεία συνήθως περιλαμβάνει εβδομαδιαίες συναντήσεις για 16-24 εβδομάδες με μια σειρά λιγότερο συχνών συναντήσεων από εκεί και πέρα.
• Το κύριο περιεχόμενο τέτοιων θεραπειών είναι η αυτοπαρακολούθηση της διατροφής, ο καθορισμός συγκεκριμένων συμπεριφορικών στόχων σε σχέση με τη διατροφή και την άσκηση, μαθήματα επάνω στη διατροφή, έμφαση στην αύξηση της φυσικής δραστηριότητας τόσο του τρόπου ζωής όσο και της άσκησης, τη χρήση τεχνικών ελέγχου των ερεθισμάτων, εκπαίδευση στην επίλυση προβλημάτων, απλή γνωστική αναδόμηση και πρόληψη της υποτροπής (βλ. Wadden & Osei, 2002).
Τέτοιες θεραπείες δεν έχουν σχεδόν καμία ομοιότητα με τη γνωστική-συμπεριφορική θεραπεία στη θεωρητική τους βάση (η οποία, αν υπάρχει, δίνει μικρή σημασία στη συμβολή των γνωστικών διεργασιών), τους στόχους τους (οι οποίοι είναι η αλλαγή των συνηθειών διατροφής και άσκησης μάλλον, παρά η επίτευξη γνωστικής αλλαγής) ή τις θεραπευτικές διαδικασίες (οι οποίες είναι σχεδόν αποκλειστικά συμπεριφορικές). Πράγματι, η έντονα δομημένη μορφή με την οποία παρέχονται έχει περιορισμένη μόνο ομοιότητα με τη συμπεριφορική θεραπεία, όπως ασκείται έξω από τη θεραπεία της παχυσαρκίας. Αντίθετα, μάλλον, οι θεραπείες αυτές μπορούν να χαρακτηριστούν καλύτερα ως συμπεριφορικά προσανατολισμένες ομαδικές ψυχοεκπαιδευτικές παρεμβάσεις. Ωστόσο, πρέπει να αναγνωριστεί πως δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι μια πιο ευέλικτη, εξατομικευμένη μορφή συμπεριφορικής θεραπείας θα ήταν περισσότερο αποτελεσματική.
Από όσο γνωρίζουμε, δεν έχει περιγραφεί ή αξιολογηθεί καμία γνωστική-συμπεριφορική θεωρία ή θεραπεία για την παχυσαρκία (όπως περιγράφτηκε προηγουμένως). Έχουν αναπτυχθεί γνωστικές-συμπεριφορικές θεραπείες για προβλήματα που συνδέονται με την παχυσαρκία, όπως η βουλιμία/υπερφαγία ([binge eating] Wilson, 1993) και η δυσφορία με την εικόνα του σώματος (Rosen, 1997), και υπάρχουν «μη διαιτητικές» γνωστικές-συ-μπεριφορικές θεραπείες οι οποίες αποθαρρύνουν τον περιορισμό θερμίδων προκειμένου να χαθεί βάρος και, αντίθετα, στοχεύουν στην προώθηση της υγιεινής διατροφής, στη βελτίωση της ευεξίας των συμμετεχόντων και στην ενθάρρυνση της σωματικής δραστηριότητας (π.χ. Rapoport, Clark & Wardle, 2000, Sbrocco, Nedegaard, Stone & Lewis, 1999, Tanco, Linden & Earle, 1998). Σε καμία από αυτές τις θεραπείες δε δίνεται πρωτεύουσα έμφαση στην επίτευξη απώλειας βάρους ή στην πρόληψη επανάκτησης βάρους, αν και αναγνωρίζεται ξεκάθαρα ότι οι αλλαγές του βάρους μπορεί να προκύπτουν ως αποτέλεσμα της θεραπείας.

Μπορει να σας ενδιαφερουν επισης Περισσοτερα αρθρα απ' τον ιδιο

Μπορειτε να σχολιασετε

Your email address will not be published.