Διαταραχη Πανικου: Συμπεριφοριστικη Υποθεση

Συμπεριφοριστική υπόθεση
Σύμφωνα με τους Wοlρe και Rowan (1988), η διαταραχή πανικού αποτελεί αποτέλεσμα της κλασικής εξαρτημένης μάθησης.
Η πρώτη κρίση πανικού είναι μια απροειδοποίητη, αιφνίδια αντίδραση  σ’ ένα μη – εξαρτημένο ερέθισμα: Το μη – εξαρτημένο ερέθισμα είναι βιοχημικής ή φυσιολογικής φύσης, μεταξύ δε αυτών οι συγγραφείς τονίζουν τη σημασία της υπέρπνοιας.
Οι επόμενες όμως κρίσεις (δηλ. η διαταραχή πανικού), οφείλονται σε εξαρτημένα ερεθίσματα (Conditioned Stimuli): Σαν τέτοια οι συγγραφείς αποκαλούν διάφορα «ερεθίσματα» ή ουδέτερες εμπειρίες που όμως ήταν παρούσες την ώρα του πρωτο-πανικού και οι οποίες (ενώ αρχικά ήταν ουδέτερες) με τη σειρά τους απέκτησαν τη δυνατότητα να προκαλούν από μόνες τους την κρίση. Σαν παραδείγματα εξαρτημένων ερεθισμάτων οι συγγραφείς αναφέρουν: «αγχώδεις» γνωσίες, («Fearful thoughts»), πρωί μα προϊόντα της υπέρπνοιας, ουδέτερα περιβαλλοντικά ερεθίσματα όπως είναι το αγοραφοβικό πλαίσιο και καμιά φορά φυσικά χαρακτηριστικά των ερεθισμάτων όπως π.χ. είναι η μυρωδιά από τοξίνες που προκάλεσαν την κρίση (Wolpe και Rowan, 1989).
Γνωσιακή
Σύμφωνα με τις απόψεις αυτές (Clark, 1986), το γεγονός πως μια σειρά ετερόκλητων παραγόντων μπορεί να προκαλέσει κρίση πανικού απαιτεί μια εξήγηση: Κοινός παρανομαστής όλων αυτών των ερεθισμάτων είναι η ιδιότητα τους να προκαλούν αισθητηριακά – σωματικά ερεθίσματα. Συνεπώς η έκλυση τέτοιων αισθητηριακών εμπειριών και όχι μια ιδιαίτερη και εκλεκτική ενεργοποίηση νευρωνικών συστημάτων, θα πρέπει να είναι κατ’ αρχήν υπεύθυνη για την έκλυση του πανικού. Προκειμένου όμως τα ερεθίσματα αυτά να προκαλέσουν τον πανικό – γιατί είναι γνωστό πως δεν δημιουργούνται προκλητές κρίσεις σ’ όλους τους ασθενείς με διαταραχή πανικού – απαιτείται και ένας πρόσθετος παράγοντας. Αυτός ο παράγοντας σύμφωνα με τη γνωσιακή υπόθεση είναι ο τρόπος που θα διερμηνεύσει το άτομο την αισθητηριακή του εμπειρία. Πανικός θα προκληθεί μόνον αν το άτομο διερμηνεύσει την εμπειρία του αυτή μ’ ένα τρόπο «καταστροφικό».
Η γνωσιακή θέση δεν αποκλείει την πιθανότητα, πως οι ασθενείς με διαταραχή πανικού μπορεί να είναι πιο ευάλωτοι στα επεισόδια πανικού (Salkovskis και Clark, 1990) λόγω ύπαρξης π.χ. βιολογικών διαφορών με αποτέλεσμα μια αυξημένη αντίληψη σωματικών ή νοητικών αισθήσεων. Ούτε επίσης η γνωσιακή υπόθεση αρνείται ή είναι ασυμβίβαστη με την ύπαρξη μηχανισμών από την κλασική εξάρτηση (και του ρόλου της υπέρπνοιας) (Sanderson και Beck, 1989).Η διαφορά της έγκειται στην έμφαση που δίνει στην ύπαρξη των μηχανισμών διερμηνείας των αισθητικών εμπειριών. Το γνωσιακό μοντέλο της διαταραχής πανικού δέχεται την εξής αλληλουχία γεγονότων:
Διάφορα ερεθίσματα (πολλές φορές αθώα) όπως φυσική άσκηση χαλάρωση καφές, πρόπτωση μητροειδούς, στρες κ.λπ. προκαλούν ποικίλες αισθητηριακές εμπειρίες. Οι αισθητηριακές αυτές εμπειρίες διερμηνεύονται σαν «συμπτώματα» ή δείκτες άμεσης και επικίνδυνης σωματικής ή ψυχολογικής βλάβης. Μέσα από ανατροφοδοτικές διεργασίες, (μεγαλοποίηση, γενίκευση κ.λπ.), οι αισθητηριακές εμπειρίες και τα συμπτώματα πολλαπλασιάζονται, μεγενθύνονται και παίρνουν έναν οξύ, απειλητικό χαρακτήρα (κρίση πανικού). Οι επανειλημμένες κρίσεις οδηγούν στο προσδοκητικό άγχος (το άτομο αισθάνεται μια αόριστη απειλή και προσδοκά τον ερχομό τους), ενώ μέσα από μαθησιακούς μηχανισμούς το άτομο θεωρεί σαν απειλητικά ουδέτερα ερεθίσματα τα οποία αποφεύγει (αποφευκτική φοβία).

Μπορει να σας ενδιαφερουν επισης Περισσοτερα αρθρα απ' τον ιδιο

Μπορειτε να σχολιασετε

Your email address will not be published.